ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΧΡΥΣΟΜΑΛΗ «Θα ήταν ιεροσυλία να επέμβω στο κείμενο της Άλκης Ζέη»

«Το Καπλάνι της Βιτρίνας» μεταφέρεται για πρώτη φορά στο θέατρο και η σκηνοθέτις Ανδρομάχη Χρυσομάλη αναμετριέται με το σπουδαίο έργο.
 
Συνέντευξη στη Μαρία Τσιλιμιδού
 
Στα παιδιά μπορείς να μιλήσεις για τα πάντα. Αρκεί να ξέρεις τον τρόπο. Η Άλκη Ζέη δεν νανούριζε τα δικά της παιδιά με παραμύθια, αλλά με αληθινές ιστορίες απ’ όταν ήταν εκείνη μικρή. Από τις γλαφυρές διηγήσεις της ξεπηδούσαν οι φίλοι της και τα ξέγνοιαστα χρόνια στη Σάμο, οι περιπέτειες και τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους, οι άρρηκτοι οικογενειακοί δεσμοί, η Αριστερά, η δικτατορία του Μεταξά και η μαύρη σκιά που άπλωσε στις ζωές όλων. Κι έτσι αβίαστα και νοσταλγικά τα προσωπικά βιώματα έγιναν βιβλίο. Έγιναν το «Καπλάνι της Βιτρίνας», το πρώτο «σχεδόν αυτοβιογραφικό», όπως το έχει χαρακτηρίσει, μυθιστόρημά της. Ήταν το 1963 κι ενώ ζούσε ήδη εννέα χρόνια εξόριστη στη Σοβιετική Ένωση -ως πολιτική πρόσφυγας- μαζί με τον σύζυγό της, τον θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου και τα δυο τους παιδιά.
 
 
Ωστόσο, έπρεπε να πέσει μία ακόμα δικτατορία, των συνταγματαρχών, για να αναγνωριστεί η αξία του ως ένα από τα κορυφαία και πρωτοπόρα βιβλία της εγχώριας παιδικής λογοτεχνίας. «Όταν πρωτοκυκλοφόρησε το “Καπλάνι” (σ.σ. στη Σάμο καπλάνι έλεγαν την τίγρη από την τούρκικη λέξη καπλάν) μου έγραψαν τόσο κακές κριτικές που θα έπρεπε να είχα αυτοκτονήσει», έχει δηλώσει η ίδια. «Θεωρούσαν ότι ήταν πολύ πολιτικό για παιδιά. Tην ώρα που στη χώρα μας η χούντα το είχε απαγορεύσει σαν κομμουνιστικό, στην Αμερική έπαιρνε το βραβείο για το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο…» Και ακολούθησαν πολλά. Η παγκόσμια αποδοχή του μυθιστορήματος με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 250.000 αντίτυπα για 37 εκδόσεις σε 23 γλώσσες προκαλεί θυμηδία σε όποιον αναλογιστεί τις πρώτες αφοριστικές αντιδράσεις ακόμα κι από γονείς. «Το βιβλίο με τη φυσική αβίαστη πορεία του -γελάς σε κάθε σελίδα- φωτίζει και διδάσκει. Βάζει το δάχτυλο πάνω στις πληγές που χρόνια δυναστεύουν και τυραννούν την ελληνική ζωή» είχε γράψει μια άλλη σημαντική πεζογράφος μας, η Έλλη Αλεξίου. «Αλίμονο αν δεν μιλάμε στα παιδιά για την Ιστορία του τόπου τους», συμβουλεύει η Άλκη Ζέη. Μια αρχή που τήρησε ευλαβικά σε όλη τη μετέπειτα συγγραφική της διαδρομή.
Ανδρομάχη Χρυσομάλλη-Άλκη Ζέη
Ανδρομάχη Χρυσομάλη-Άλκη Ζέη
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, το «Καπλάνι» -η περίφημη βαλσαμωμένη τίγρης που είχαν σε περίοπτη βιτρίνα στο σαλόνι του πατρικού σπιτιού στο νησί- ξεφεύγει από τις σελίδες και γίνεται για πρώτη φορά παράσταση, στο Θέατρο «Βρετάνια». Στο θερμό πολιτικά καλοκαίρι του 1936, στο χωριό Μαλαγάρι της Σάμου, ταξιδεύουν μικροί και μεγάλοι, με οδηγούς την 8χρονη Μέλια και τη 10χρονη Μυρτώ, τη μικρή Άλκη και την αδελφή της Λενούλα δηλαδή. Η θεατρική διασκευή και η σκηνοθεσία ανήκουν στην Ανδρομάχη Χρυσομάλη, την οποία και συναντήσαμε…
 
       Αν εξαιρέσουμε την τηλεοπτική μεταφορά του «Καπλανιού», αρχές της δεκαετίας του ’90 από την κρατική τηλεόραση, είστε η πρώτη που τολμάτε να το ανεβάσετε στο θέατρο μισό αιώνα μετά τη συγγραφή του. Πού το αποδίδετε;
       Είναι ένα πραγματικά δύσκολο κι απαιτητικό εγχείρημα. Ίσως να υπήρχε φόβος και για τη θεματολογία του, το πώς θα προσεγγίσει κανείς ευαίσθητες ιστορικές περιόδους, κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά θέματα για τα οποία λίγοι μιλούν στα παιδιά. Νομίζω, όμως, ότι και η κ. Ζέη ήταν ανέκαθεν φειδωλή στις επιλογές της προκειμένου να δώσει τα δικαιώματα. Είχε αρνηθεί αρκετές φορές αντίστοιχες προτάσεις, όχι μόνο για το «Καπλάνι», αλλά και γι’ άλλα πολυδιαβασμένα βιβλία της.
 
       Εσείς πώς καταφέρατε να την πείσετε; Την γνωρίζατε προσωπικά;
       Όχι. Αρχικά απευθύνθηκα στο «Μεταίχμιο», τον εκδοτικό οίκο με τον οποίο συνεργάζεται. Εκείνοι μου ζήτησαν δείγμα δουλειάς από τη θεατρική διασκευή που είχα ήδη κάνει για να το μελετήσει η κ. Ζέη και η απάντηση ήρθε, λίγες ημέρες αργότερα, θετική. Εντελώς απρόσμενο και για μένα. Με συγκίνησε το ότι χωρίς να με γνωρίζει ή να έχει δει προηγούμενες δουλειές μου, με εμπιστεύτηκε. (Σ.σ. η Ανδρομάχη Χρυσομάλη είναι ηθοποιός, σκηνοθέτις και θεατρολόγος).
 
       Ήταν «κοντά» σας στη διάρκεια προετοιμασίας της παράστασης;
       Σαφώς, ήρθε και συζήτησε με τους ηθοποιούς. Τους περιέγραψε τους φίλους της, τους οποίους ζήλευε γιατί δεν πήγαιναν σχολείο και περπατούσαν ξυπόλυτοι. Ήθελε κι εκείνη να ζήσει αυτή την ελευθερία, αδυνατώντας τότε να καταλάβει τις διαφορές της δικής της κοινωνικής τάξης. Τους μίλησε για τη σχέση της με την αδελφή της, τον σοφό παππού με τις ιστορίες του για τους αρχαίους, τον ξάδελφο Νίκο, φοιτητή στην Αθήνα, με τις δικές του διηγήσεις για το καπλάνι, τους γονείς που τις επισκέπτονταν στο νησί τα σαββατοκύριακα, τη θεία Δέσποινα. Όπως μας εκμυστηρεύτηκε, της κόστισε που μετά το καλοκαίρι του ’36 δεν ξανασυνάντησε τα παιδιά του νησιού, καθώς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Μόνο για έναν είχε μάθει τι απέγινε.
 
       Φοβηθήκατε την αναμέτρηση με ένα τόσο εμβληματικό λογοτεχνικό έργο για παιδιά;
       Εννοείται, ωστόσο η θεατρική διασκευή βγήκε εντελώς αβίαστα. Ένιωθα σαν να ήμουν μέσα στο κείμενο, τους ήρωες, το περιβάλλον, την εποχή. Δεν έσβηνα κι έγραφα, μόνο έγραφα για περίπου δύο μήνες. Ακόμα κι όταν προσπάθησα να κάνω διορθώσεις, τελικά δεν άλλαξα τίποτα. Με βοήθησε, βέβαια, το ίδιο το μυθιστόρημα, καθώς έχει έντονη θεατρικότητα. Γι’ αυτό και μεγάλο μέρος της παράστασης αποτελείται από αυτούσιους διαλόγους. Πρόκειται, λοιπόν, για μια πιστή θεατρική μεταφορά. Δεν ήθελα να επέμβω στο κείμενο. Έχει τέτοια αλήθεια και αμεσότητα ο λόγος της που θα ήταν σχεδόν ιεροσυλία. Είναι απορίας άξιον πώς με απλές φράσεις καταφέρνει να γεννάει στον αναγνώστη τόσο έντονα συναισθήματα και βαθιά συγκίνηση.
 
       Να υποθέσω ότι και η δική σας «σχέση» με το «Καπλάνι» πάει πίσω στο χρόνο;
       Ήμουν γύρω στα 11 όταν το διάβασα. Καλοκαίρι, στο χωριό της μαμάς μου, ένα μέρος όπου δεν πηγαίναμε συχνά. Θυμάμαι ακόμη την αίσθηση που μου είχε αφήσει. Σαν να ζούσα κι εγώ στο Λαμαγάρι (σ.σ. το αναγραμματισμένο από την συγγραφέα Μαλαγάρι). Θυμάμαι τα μεσημέρια που ξάπλωνα με λαχτάρα να το διαβάσω. «Ακούω» ακόμα τα τζιτζίκια που με συντρόφευαν.
 
       Είναι μια παράσταση που απευθύνεται ακόμη και στα πολύ μικρά παιδιά;
       Απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες. Και σε μικρούς και σε μεγάλους. Όταν είχα παρακολουθήσει τον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου», μου έκανε τρομερή εντύπωση που έβλεπα τρίχρονα και τετράχρονα να παρακολουθούν με τεράστιο ενδιαφέρον. Έτσι και στο «Καπλάνι» η κάθε ηλικία θα αντιληφθεί όσα μπορεί.
  
       Διαβάζοντας ένα βιβλίο ο αναγνώστης πλάθει στο μυαλό του τις δικές του εικόνες. Αρωγός σας, σε αυτό το κομμάτι, στάθηκε η τεχνολογία;
       Οι τρισδιάστατες προβολές και τα video art προσπαθούν ν’ αποδώσουν μέσα από έναν ποιητικό ρεαλισμό τις εικόνες που γεννάει το μυθιστόρημα μεταφέροντας τους θεατές στη Σάμο του ‘36. Απαιτήθηκε πολύ δουλειά καθώς η ιστορία εκτυλίσσεται σε πολλούς και διαφορετικούς σκηνικούς χώρους. Είναι το νησί, η πόλη, τα εσωτερικά των σπιτιών, το σχολείο, η χωροφυλακή, η παραλία, οι μύλοι, τα βουνά, τα λαγκάδια… Ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί ήταν μέσω των βιντεο-προβολών, αριστερά, δεξιά και πίσω από τη σκηνή ώστε να δίνεται η αίσθηση της προοπτικής.
 
       Ακούγεται εξαιρετικά δαπανηρό, δεδομένης της οικονομικής κατάστασης των περισσότερων θιάσων.
       Πράγματι, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ακριβή παραγωγή. Δεν το περιμέναμε ούτε εμείς οι ίδιοι. Ξεφύγαμε κατά πολύ από τον αρχικό προϋπολογισμό, αλλά κανείς από τους συντελεστές δεν ήθελε να κάνουμε κάτι λιγότερο απ’ ό,τι αξίζει στο μυθιστόρημα, την ιστορία του και την ίδια τη συγγραφέα του. Από τη στιγμή, μάλιστα που δεν υπήρχαν χορηγοί, ήταν μια τρέλα από την πλευρά μας μην ξέροντας καν αν θα καταφέρουμε να βγάλουμε τα έξοδα.
 
       Τη φετινή σαιζόν, εκτός από το «Καπλάνι της Βιτρίνας» ανεβαίνει για πρώτη φορά στο θέατρο ένα ακόμη αξιόλογο λογοτεχνικό βιβλίο για παιδιά, τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ευτυχής συγκυρία ή ανάγκη εποχής;
       Η ανάγκη της εποχής, πιστεύω, τα έφερε και πάλι στο προσκήνιο. Γιατί μιλούν για ιδεώδη υψηλά και αξίες διαχρονικές, ανθρωπιά, αγάπη, φιλία, δημοκρατία. Τα σημερινά παιδιά μπορεί να μην έχουν μπροστά τους μια δικτατορία σαν του Ιωάννη Μεταξά, ωστόσο βιώνουν άλλες, εξίσου μεγάλες, δυσκολίες. Ανάλογα με το περιβάλλον όπου μεγαλώνουν αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει γύρω τους, ζουν την αγωνία, ακόμη και την απόγνωση των γονιών τους προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις. Και τότε υπήρχε φτώχεια και ανέχεια αλλά και σήμερα πώς είναι για έναν πατέρα να πει στο παιδί του ότι έχασε τη δουλειά του και δεν μπορεί να του προσφέρει ό,τι παλαιότερα. Πάντα θα υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες.
 
Βρετάνια «Το Καπλάνι της βιτρίνας» Πανεπιστημίου 7, Αθήνα – τηλ 210-3221579

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Copyrighted Image