Θοδωρής Αμπαζής “Πρέπει να καλλιεργούμε στα παιδιά ερεθίσματα που δεν έχουν στην καθημερινότητά τους”

Με αφορμή τη «Βασίλισσα του Χιονιού» στη Στέγη, ο δημιουργός της μας μυεί στον ονειρικό κόσμο της όπερας για παιδιά.

Συνέντευξη στη Μαρία Τσιλιμιδού

 «Όπερα είναι μια χοντρή κυρία που φωνάζει.» «Είναι κάτι βαρετό για μεγάλους». «Δεν καταλαβαίνω τι λένε». Αυθόρμητες και ειλικρινείς φράσεις παιδιών που φαίνεται πως έδωσαν το έναυσμα στον μουσικό και σκηνοθέτη Θοδωρή Αμπαζή να γράψει και να σκηνοθετήσει ένα πρωτότυπο μουσικό θέαμα για όλη την οικογένεια. Κυρίως, όμως, να διαψεύσει τους αρχικούς φόβους και τη δυσπιστία των μικρών θεατών κερδίζοντάς τους με τη «Βασίλισσα του Χιονιού».

Η θερμή ανταπόκριση που γνώρισε το δημοφιλές παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν όταν πρωτοανέβηκε από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας -επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Θοδωρή Αμπαζή- επαναλαμβάνεται στην Αθήνα, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση (22-30 Δεκεμβρίου). Από μία άλλη θέση πλέον, του αναπληρωτή καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, ο κ. Αμπαζής μας μιλά για το πώς κατάφερε να… ξεκλειδώσει με επιτυχία τους δύσκολους κώδικες της όπερας. Για τις αναγκαίες πρωτοβουλίες συνεργασίας που οφείλουν να πάρουν πολιτεία, εκπαιδευτικοί, καλλιτέχνες και πολιτιστικά ιδρύματα με στόχο τη γνωριμία των παιδιών με το μουσικό αυτό είδος, αλλά και για τα μελλοντικά σχέδια της Παιδικής Σκηνής του Εθνικού. 

–       Πώς αποφασίσατε,  όταν ήσασταν στην Πάτρα ακόμα, μια τόσο φιλόδοξη παραγωγή;

–       Το να δημιουργήσει ένα περιφερειακό θέατρο μια πρωτότυπη όπερα, από μόνο του είναι σημαντικό γεγονός. Απαιτεί χρόνο, πολλούς συντελεστές, ζωντανή ορχήστρα και είναι πολυδάπανο θέαμα. Δεν είναι τυχαίο πως η Λυρική, για παράδειγμα, κάνει συγκεκριμένες παραγωγές μέσα στο χρόνο. Ήταν μια παράτολμη ιδέα. Ευτυχώς η αποδοχή ήταν μεγάλη. Περισσότερα από 25.000 παιδιά παρακολούθησαν τις 82 παραστάσεις της «Βασίλισσας του Χιονιού».

Βασίλισσα του Χιονιού _ VSP_4296PSL_p

–       Ήταν θετικό, βέβαια, το ότι προϋπήρχε το Στούντιο Όπερα;

–       Ξεκινήσαμε δύο χρόνια νωρίτερα, το 2012, όταν ανέλαβα το ΔΗΠΕΘΕ με στόχο να εκπαιδεύσουμε και ν’ αξιοποιήσουμε νέους ταλαντούχους λυρικούς ερμηνευτές, οι οποίοι αφού ολοκλήρωναν τις σπουδές τους δεν είχαν τη δυνατότητα ν’ ασκηθούν. Είναι λιγοστές πια οι ευκαιρίες που τους δίνονται με δεδομένη και την έλλειψη παραγωγών από την πλευρά του Μεγάρου Μουσικής. Πήρα, λοιπόν, μαθητές από το Στούντιο Όπερα και την επαγγελματία Ειρήνη Τζανετουλάκου και φτιάξαμε ένα έργο ικανό να προσελκύσει μικρά παιδιά. Η παράσταση επαναλαμβάνεται τώρα στη Στέγη με τους ίδιους ακριβώς συντελεστές.

–       Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που κληθήκατε, ως δημιουργός, να ξεπεράσετε;

–       Καταρχάς το ότι με την όπερα και την κλασική μουσική τα παιδιά δεν είναι εξοικειωμένα. Επίσης, πρόκειται για ένα μουσικό είδος που εξελίσσεται σε μεγάλη διάρκεια. Οι φράσεις και η αρμονική εξέλιξη της μελωδίας δεν γίνονται σε μικρές χειρονομίες, όπως π.χ. στην ποπ με τραγούδια που ολοκληρώνονται γρήγορα. Άρα έπρεπε να συνδυάσουμε δύο αντικρουόμενες φόρμες, τη μεγάλη διάρκεια της κλασικής μουσικής με το μικρό διάστημα που μπορούν να μείνουν συγκεντρωμένα τα παιδιά. Προσπαθήσαμε ώστε κάθε φορά να τους δίνουμε λίγες πληροφορίες, να τις καταλαβαίνουν άμεσα, να τις επαναλαμβάνουν ενδεχομένως και μετά πάλι σε μικρές δόσεις ένα νέο στοιχείο. Έτσι πλάι στα παραδοσιακά στοιχεία της όπερας, τις άριες, τα ντουέτα, τα τρίο, τα κουιντέτα έχουμε και πιο σύντομα, εύληπτα τραγούδια ώστε να μην νιώθουν ότι παρακολουθούν κάτι ανοίκειο. Μια ακόμη δυσκολία, ήταν το κομμάτι της εικόνας. Γι’ αυτό και κάναμε μια παραγωγή χωρίς εκπτώσεις, όπου κυριαρχούν τα ευφάνταστα κοστούμια και το υπέροχο σκηνικό του KennyMacLellan, αφαιρετικό και πλούσιο ταυτόχρονα. Στη διάρκεια της παράστασης χιονίζει, πέφτουν αντικείμενα από ψηλά, η Γκρέτα πετάει, περιστέρια επίσης… Είχαμε αποφασίσει στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας πως η «Βασίλισσα του Χιονιού» θα είναι η πιο «ακριβή» παραγωγή μας με ισχυρή δραματουργία, έντονη σκηνική δράση και υψηλή αισθητική. Δεν τσιγκουνευτήκαμε σε τίποτα. 

–       Διακρίνω έναν υπαινιγμό στο λόγο σας;  

– Συνήθως τα θέατρα οργανώνουν τις παραγωγές για το ενήλικο κοινό και με αυτά που περισσεύουν κάνουν την παιδική σκηνή, με νέους ηθοποιούς και σκηνοθέτες, κοστούμια από το βεστιάριο. Θεωρούν την επιτυχία δεδομένη καθώς απευθύνονται σε σχολεία. Ειδικά στην Πάτρα δεν υπάρχουν και εναλλακτικές. Ακούγεται κυνικό, αλλά αυτή ήταν η πραγματικότητα.

       Η προσπάθειά σας, ωστόσο, δεν εξαντλήθηκε στη δημιουργία μιας καλής παράστασης.

–       Όταν πήγα στην Πάτρα -εκτός από το Στούντιο Όπερα- ξεκίνησα και το Θεατρικό Εργαστήρι, το οποίο παρακολουθούσαν 300 παιδιά. Συνεργάστηκα στενά με εκπαιδευτικούς, παιδοψυχολόγους, θεατρολόγους, τη διεύθυνση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Αχαΐας. Στείλαμε μουσικοπαιδαγωγικό υλικό στα σχολεία της πόλης με κατάλληλα παιχνίδια και «ασκήσεις» για να προετοιμαστούν οι μαθητές πολύ πριν δουν την παράσταση. Συζητούσα με τους δασκάλους πώς να προχωρήσουν με σκοπό, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τα ίδια τα παιδιά να φτιάξουν από μία σκηνή με τους κώδικες της όπερας εμπνευσμένη από τη «Βασίλισσα του Χιονιού». Έγραψαν τη δική τους μουσική και στίχους, άλλα ερμήνευαν, άλλα έπαιζαν τα όργανα. Ήταν μια πολύτιμη και ενδιαφέρουσα εμπειρία να παροτρύνεις παιδιά, και εκτός του κέντρου της Πάτρας που καμία σχέση δεν είχαν με την όπερα, να εντρυφούν σε αυτή. Παράλληλα, έζησαν από κοντά τη διαδικασία δημιουργίας, παρακολουθούσαν πρόβες, μιλούσαν με τους τραγουδιστές. Ήταν μια ολιστική αντιμετώπιση κι έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς τους. 

–       Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη ιστορία του Άντερσεν;

–       Προσωπικά μ’ αρέσουν τα παραμύθια και να τα διαβάζω και να τα αφηγούμαι. Η «Βασίλισσα του Χιονιού» με κέρδισε ίσως γιατί είναι ένα παραμύθι τόσο σκληρό όσο και τρυφερό. Από τη μία, δηλαδή, η παγερή Βασίλισσα που καταφέρνει να χωρίσει τον Κάη από την αγαπημένη του φίλη προκειμένου να έχει συντροφιά στο απομακρυσμένο παλάτι της, από την άλλη η Γκρέτα που ρίχνεται σε μια επικίνδυνη περιπέτεια ζωής, γεμάτη εμπόδια, για να σώσει τον Κάη και να τον φέρει πίσω, με μοναδικό όπλο την αγάπη. Το δάκρυ της καταφέρνει να τον ξεπαγώσει… Είναι ένα παραμύθι που προσφέρει απλόχερα έμπνευση, εικόνες, διαφορετικές σκηνές, πολλά πρόσωπα, γρήγορες εναλλαγές, ό,τι χρειαζόμασταν για να κερδίσει η όπερα το ενδιαφέρον των παιδιών. Άρχισα να γράφω τη μουσική κατευθείαν, σαν να την ήξερα από πάντα. Μέσα σε τρεις εβδομάδες είχα ολοκληρώσει σχεδόν όλο το έργο, όταν υπό άλλες συνθήκες θα χρειαζόταν τουλάχιστον ένας χρόνος εντατικής δουλειάς.

–       Γίνατε κι εσείς… παιδί στη διάρκεια δημιουργίας της;

–       Μέχρι να γράψω τη «Βασίλισσα του Χιονιού» πίστευα ότι μια καλή παράσταση μπορούν να την δουν εξίσου και μεγάλοι και παιδιά. Κάτι βέβαια που δεν ισχύει. Σε συνεργασία με την Σοφιάννα Θεοφάνους που έγραψε το λιμπρέτο υπήρξαν πολλά που κόψαμε ή αλλάξαμε γιατί τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να τα κατανοήσουν εύκολα. Διάβασα παραμύθια, είδα καρτούν για να μπορέσω να μπω στον κόσμο των σημερινών παιδιών, τσέκαρα τις μουσικές μου σε κοινό διαφορετικών ηλικιών.

Βασίλισσα του Χιονιού _ VSP_4222PSL_p

–       Μετά τη Στέγη, υπάρχει ενδεχόμενο να δούμε τη «Βασίλισσα του Χιονιού» και αλλού;

–       Όλοι το επιθυμούμε καθώς είναι μια δουλειά που μπορεί να παίζεται για καιρό, ανεξαρτήτως χριστουγεννιάτικης ατμόσφαιρας. Η προπώληση στη Στέγη πήγε πάρα πολύ καλά. Ο κόσμος ενδιαφέρεται για τέτοια θεάματα κι αυτό μας δίνει μεγάλη αισιοδοξία και ώθηση για τη συνέχεια.

 –       Το καλλιτεχνικό δυναμικό υπάρχει για να στηρίξει τέτοιες δουλειές;

–       Πολλά νέα ταλαντούχα παιδιά σπούδασαν στο εξωτερικό, εξελίχθηκαν, έφτιαξαν ομάδες και παρουσιάζουν τώρα μικρές παραγωγές ακόμα και σε θέατρα που δεν είχαν σχέση με την όπερα. Το λυρικό θέατρο αρχίζει να μπαίνει κατά κάποιο τρόπο και στις γειτονιές. Έχω την αίσθηση ότι με τη μεταστέγαση της Λυρικής στο Κέντρο Πολιτισμού Σ. Νιάρχος θα δοθούν αρκετές δυνατότητες και ευκαιρίες. 

–       Να ρωτήσω αν ετοιμάζετε μια καινούρια όπερα πάλι για παιδιά; Και για πού;

–       Είμαι ήδη στην προετοιμασία για την επόμενη παραγωγή, η οποία θα βασίζεται σ’ ένα παραδοσιακό παραμύθι και θ’ ανέβει πιθανότατα το 2017. Ως δημιουργός μουσικού θεάτρου οι σκηνές είναι δεδομένες στην Ελλάδα. Η Λυρική είναι κατά κάποιον τρόπο ο φυσικός μου χώρος. Αλλά ακόμα δεν υπάρχει κάτι ανακοινώσιμο. Όπως είναι η κατάσταση στη χώρα, προγραμματίζεις κάτι τη Δευτέρα και ακυρώνεται την Τρίτη.

–       Εσείς, πάντως, ακούγεστε αποφασισμένος να συνεχίσετε να συμβάλετε στην μύηση των μικρών θεατών στην κλασική μουσική μέσω της όπερας.

–       Είναι ένας τρόπος ν’ αγγίξεις κάποιες άλλες ψυχικές χορδές. Να προσφέρεις μια διαφορετική μουσική και αισθητική ποιότητα. Και με τη δράση της όπερα είναι πιο εύκολο να συμβεί απ’ ό,τι να βάλεις στα παιδιά ν’ ακούσουν ένα cd. Προσωπικά, δεν έχω ταμπού με κανένα είδος μουσικής. Απλά θεωρώ ότι πρέπει να τους καλλιεργούμε και ερεθίσματα που δεν έχουν στην καθημερινότητά τους. Γιατί έτσι γίνονται ολοκληρωμένοι άνθρωποι. 

–       Τι συμβαίνει, όμως, όταν δεν υπάρχει η αντίστοιχη κουλτούρα από τους γονείς;

–       Εκεί έρχεται ο ρόλος του Σχολείου, με Σ κεφαλαίο. Ένας χώρος ιερός, όπου με σωστή συνεργασία με τα δίκτυα πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με καλά μουσικοπαιδαγωγικά προγράμματα, στοχευμένες δράσεις από τους πολιτικούς φορείς και τα πολιτιστικά ιδρύματα μπορούμε όλοι μας να βοηθήσουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Πράγματι, ο γονιός μπορεί να μην έχει την κατάλληλη παιδεία. Τι πρέπει να γίνει; Να περιμένουμε να αλλάξει ξαφνικά η ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα της επαρχίας; Έζησα στην Ολλανδία 15 χρόνια. Τα παιδιά εκεί τελείωναν το σχολείο με απίστευτα εφόδια γύρω από τη μουσική, από τη κλασική και τη τζαζ ως τη σύγχρονη πειραματική, αλλά και για όλες τις μορφές τέχνης. Εδώ τίποτα. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα είχα προτείνει να κοπούν όλες οι επιχορηγήσεις που δίνονταν τότε στη μουσική και τα χρήματα να διοχετευθούν στην εκπαίδευση. Απαιτούνται ριζικές τομές και δομές ώστε να διαμορφωθεί το αυριανό κοινό. 

–       Σ’ ένα χρεοκοπημένο κράτος, δεν ακούγονται κάπως πολυτελή και ουτοπικά όλα αυτά;

–       Αυτό που λείπει δεν είναι τα χρήματα, αλλά το όραμα και η μακροπρόθεσμη σκέψη. Έχουμε μάθει συνέχεια να μπαλώνουμε καταστάσεις. Πριν από την Πάτρα, ήμουν στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας και πάντα υποστήριζα να κοιτάξουμε την περιφέρεια. Από εκεί θα πρέπει να ξεκινήσουμε. Μην κοροϊδευόμαστε θεωρώντας ότι 4.000 άνθρωποι που στηρίζουν πλέον τα θέατρα ή το Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι αρκούν. Ότι ο μέσος Έλληνας τρελαίνεται να δει Maguy Marin ήSchaubuhne. Στην επαρχία αγνοούν ακόμα και σπουδαίους Έλληνες σκηνοθέτες, τον Τερζόπουλο, τον Λιβαθινό, τον Μαρμαρινό. Τα ΔΗΠΕΘΕ αφημένα στην τύχη τους. Όλα μαζί επιχορηγούνται με ψίχουλα, όταν οι δύο κρατικές σκηνές Αθήνας και Θεσσαλονίκης λαμβάνουν αρκετά εκατομμύρια. Άρα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε. Εάν θα συνεχίσουμε να θρέφουμε το… 0,00001% του πληθυσμού ή θα αναλάβουμε πρωτοβουλίες ώστε σε 15 χρόνια να μπορούμε να παρουσιάσουμε μια άλλη Ελλάδα. Εάν υπάρξει όραμα και σωστή πολιτιστική πολιτική ο κόσμος ακολουθεί. Το έχω δει να συμβαίνει και στην Καβάλα και στην Πάτρα. 

Θοδωρής Αμπαζής με την Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια της Στέγης, Αφροδίτη Παναγιωτάκου και τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου,Στάθη Λιβαθινό
Θοδωρής Αμπαζής με την Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια της Στέγης, Αφροδίτη Παναγιωτάκου και τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Στάθη Λιβαθινό

–       Ας επιστρέψουμε στα τωρινά καθήκοντά σας. Ως αναπληρωτής καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ποιες οι προτεραιότητές σας για την Παιδική Σκηνή;

–       Ήδη ενισχύσαμε το παιδικό εργαστήρι του Εθνικού με τη βοήθεια της Ελένης Μανωλοπούλου. Σχεδιάστηκε ένας πολύ ωραίος χώρος, ενώ γίνονται δράσεις και για ομάδες παιδιών που δεν έχουν ίσες ευκαιρίες, πρωτοβουλία που θα αναπτύξουμε ακόμη περισσότερο στο άμεσο μέλλον. Ελπίζουμε ότι με τη λειτουργία του «Σχολείον» της Ειρήνης Παππά στην Πειραιώς να έχουμε στη διάθεσή μας επιπλέον χώρους για εκπαιδευτικό έργο.

–       Από πλευράς ρεπερτορίου;

–       Για μένα η καλή παιδική παράσταση είναι άμεσα συνδεδεμένη με το υπόλοιπο ρεπερτόριο που οφείλει να συγκροτεί το Εθνικό Θέατρο. Μια παράσταση, μάλιστα, που θα δίνει την αφορμή για να γίνονται πράγματα στα σχολεία. Για του χρόνου ετοιμάζουμε μια μεγάλη παραγωγή. Δεν θα είναι όπερα, ούτε θα τη σκηνοθετήσω εγώ, αλλά θ’ ακολουθήσουμε τη λογική ότι και για τους μικρούς θεατές φοράμε το καλό μας κοστούμι. Δεν είναι το αποπαίδι η Παιδική Σκηνή, αλλά η βιτρίνα μας. Σε προηγούμενα χρόνια δεν ένιωσα ότι είχε δοθεί η φροντίδα που της έπρεπε.

Περισσότερες πληροφορίες για τη «Βασίλισσα του Χιονιού» δείτε ΕΔΩ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Copyrighted Image